Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τυποκλοπία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοη κλεψιτυπία Βικιλεξικό
    • Πᾶν ἀντίτυπον, μὴ σεσημασμένον, τῇ παρὰ πόδας σφραγίδι, καταδιώκεται ὡς ἐκ τυποκλοπίας προερχόμενον (από σελίδα 2, στο βιβλίο «Ο Κόδρος», του Γεωργίου Βιζυηνού, εν Αθήναις, Εκ του Τυπογραφείου της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, 1874)

Ετυμολογία

τυποκλοπία < τυποκλόπος + -ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτυποκλοπίατυποκλοπίες
Γενικήτυποκλοπίαςτυποκλοπιών
Αιτιατικήτυποκλοπίατυποκλοπίες
Κλητικήτυποκλοπίατυποκλοπίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →