τυπολογία
•
- η συστηματική μελέτη και κατάταξη αντικειμένων, φαινομένων ή καταστάσεων σε τύπους και κατηγορίες με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους Βικιλεξικό
- θεολογίαμέθοδος ερμηνείας της Αγίας Γραφής κατά την οποία πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις της Παλαιάς Διαθήκης θεωρούνται ως προεικονίσεις όσων αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη Βικιλεξικό
- ψυχολογίαη μελέτη και κατάταξη ανθρώπων σε τύπους με βάση σωματικά ή ψυχικά χαρακτηριστικά τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυπολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική typologie ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική typology < αρχαία ελληνική τύπος + λέγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τυπολογία | τυπολογίες |
| Γενική | τυπολογίας | τυπολογιών |
| Αιτιατική | τυπολογία | τυπολογίες |
| Κλητική | τυπολογία | τυπολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →