τυποποιώ
•
- διαμορφώνω σύμφωνα με ένα ορισμένο πρότυπο Βικιλεξικό
- στη βιομηχανίαπαράγω ένα προϊόν σε μεγάλες ποσότητες σύμφωνα με ένα ορισμένο πρότυπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τυποποιώ < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική standardize < standard (τύπος)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τυποποιώ | τυποποιείς | τυποποιεί | τυποποιούμε | τυποποιείτε | τυποποιούν / τυποποιούνε |
| Παρατατικός | τυποποιούσα | τυποποιούσες | τυποποιούσε | τυποποιούσαμε | τυποποιούσατε | τυποποιούσαν / τυποποιούσανε |
| Αόριστος | τυποποίησα | τυποποίησες | τυποποίησε | τυποποιήσαμε | τυποποιήσατε | τυποποίησαν / τυποποιήσαν / τυποποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα τυποποιήσω / θα τυποποιώ | θα τυποποιήσεις / θα τυποποιείς | θα τυποποιήσει / θα τυποποιεί | θα τυποποιήσουμε / θα τυποποιούμε | θα τυποποιήσετε / θα τυποποιείτε | θα τυποποιήσουν / θα τυποποιήσουνε / θα τυποποιούν / θα τυποποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω τυποποιήσει | έχεις τυποποιήσει | έχει τυποποιήσει | έχουμε τυποποιήσει | έχετε τυποποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τυποποιήσει | είχες τυποποιήσει | είχε τυποποιήσει | είχαμε τυποποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τυποποιήσει / να τυποποιήσω / να τυποποιώ | να έχεις τυποποιήσει / να τυποποιήσεις / να τυποποιείς | να έχει τυποποιήσει / να τυποποιήσει / να τυποποιεί | να έχουμε τυποποιήσει / να τυποποιήσουμε / να τυποποιούμε | να έχετε τυποποιήσει / να τυποποιήσετε / να τυποποιείτε | να τυποποιήσουν / να τυποποιήσουνε / να τυποποιούν / να τυποποιούνε |
| Προστακτική | — | τυποποίει / τυποποίησε | — | — | τυποποιήστε / τυποποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →