τόμος
•
- το καθένα από τα δεμένα βιβλία που αποτελούν ένα ενιαίο σύγγραμμα (μυθιστόρημα, επιστημονικό έργο, εγκυκλοπαίδεια κλπ) Βικιλεξικό
- ο πρώτος τόμος της εγκυκλοπαίδειας αυτής έχει τα λάμματα από Α έως ΑΚΑ
- Κλείνοντας τόν τόμο, εἶχα τήν αἴσθηση ὅτι, ἐκτός ὅλων τῶν ἄλλων, ἀποτελεῖ καί ἕνα ρέκβιεμ. Ἕνα ρέκβιεμ γιά πολλούς. Ρέκβιεμ, βέβαια, γιά τόν μεγάλο οὐμανιστή ἐκδότη καί τούς φίλους πού ἔφυγαν. Ἔπειτα, γιά τό δημιούργημά του, τά Κείμενα, ἀκόμα καί γιά τό χῶρο ὅπου στεγάστηκαν (Νέα Εστία, τεύχος 1766, Ι.Δ. Κολλάρος και Σια, 2004, σελ. 634)
- πληροφορικήvolume: διαμέρισμα (partition) που έχει διαμορφωθεί με ένα σύστημα αρχείων (file system) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τόμος < αρχαία ελληνική τόμος < τέμνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τόμος | τόμοι |
| Γενική | τόμου | τόμων |
| Αιτιατική | τόμο | τόμους |
| Κλητική | τόμε | τόμοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →