Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υγιεινολογία

/i.ʝi.i.no.loˈʝi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήκλάδος της ιατρικής με αντικείμενο τη δημόσια υγεία (όπως, την υγιεινή αποχετεύσεων, τις επιδημίες) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υγιεινολογία < υγιεινολόγ(ος) + -ία ή λόγιο δάνειο από την αγγλική hygienology. Μορφολογικά αναλύεται σε υγιειν(ή) + -ο- + -λογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυγιεινολογίαυγιεινολογίες
Γενικήυγιεινολογίαςυγιεινολογιών
Αιτιατικήυγιεινολογίαυγιεινολογίες
Κλητικήυγιεινολογίαυγιεινολογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →