υγιεινολογία
•
- ιατρικήκλάδος της ιατρικής με αντικείμενο τη δημόσια υγεία (όπως, την υγιεινή αποχετεύσεων, τις επιδημίες) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υγιεινολογία < υγιεινολόγ(ος) + -ία ή λόγιο δάνειο από την αγγλική hygienology. Μορφολογικά αναλύεται σε υγιειν(ή) + -ο- + -λογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υγιεινολογία | υγιεινολογίες |
| Γενική | υγιεινολογίας | υγιεινολογιών |
| Αιτιατική | υγιεινολογία | υγιεινολογίες |
| Κλητική | υγιεινολογία | υγιεινολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →