υγιεινολόγος
•
- επάγγελμαγιατρός που ειδικεύεται στην υγιεινολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υγιεινολόγος μαρτυρείται από το 1866 στον Αν. Κ. Χρηστομάνο στην καθαρεύουσα (ὑγιεινολόγος) < απόδοση για τη γαλλική hygiéniste. Μορφολογικά αναλύεται σε υγιειν(ή) + -ο- + -λόγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υγιεινολόγος | υγιεινολόγοι |
| Γενική | υγιεινολόγου | υγιεινολόγων |
| Αιτιατική | υγιεινολόγο | υγιεινολόγους |
| Κλητική | υγιεινολόγε | υγιεινολόγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →