υγροποιητικός
•
- που υγροποιεί, σχετίζεται με την υγροποίηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υγροποιητικός < υγροποιώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υγροποιητικός | υγροποιητική | υγροποιητικό |
| Γενική | υγροποιητικού | υγροποιητικής | υγροποιητικού |
| Αιτιατική | υγροποιητικό | υγροποιητική | υγροποιητικό |
| Κλητική | υγροποιητικέ | υγροποιητική | υγροποιητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υγροποιητικοί | υγροποιητικές | υγροποιητικά |
| Γενική | υγροποιητικών | υγροποιητικών | υγροποιητικών |
| Αιτιατική | υγροποιητικούς | υγροποιητικές | υγροποιητικά |
| Κλητική | υγροποιητικοί | υγροποιητικές | υγροποιητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →