Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υγροποιητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που υγροποιεί, σχετίζεται με την υγροποίηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υγροποιητικός < υγροποιώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυγροποιητικόςυγροποιητικήυγροποιητικό
Γενικήυγροποιητικούυγροποιητικήςυγροποιητικού
Αιτιατικήυγροποιητικόυγροποιητικήυγροποιητικό
Κλητικήυγροποιητικέυγροποιητικήυγροποιητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυγροποιητικοίυγροποιητικέςυγροποιητικά
Γενικήυγροποιητικώνυγροποιητικώνυγροποιητικών
Αιτιατικήυγροποιητικούςυγροποιητικέςυγροποιητικά
Κλητικήυγροποιητικοίυγροποιητικέςυγροποιητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →