υδατόσημο
•
- σχέδιο ή εικόνα που έχουν αποτυπωθεί σε κάποιο χαρτί με κατάλληλη διάταξη των ινών στο στάδιο κατασκευής του χαρτιού και που είναι ορατά όταν πίσω από το χαρτί υπάρχει φωτεινή πηγή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υδατόσημο < υδατό- (αρχαία ελληνική ὕδωρ) + σήμα + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υδατόσημο | υδατόσημα |
| Γενική | υδατοσήμου / υδατόσημου | υδατοσήμων |
| Αιτιατική | υδατόσημο | υδατόσημα |
| Κλητική | υδατόσημο | υδατόσημα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →