υδραύλακας
•
- αυλάκι (από τσιμέντο ή άλλο υλικό) μέσα από το οποίο μεταφέρεται νερό Βικιλεξικό
- αυλάκωση χαραγμένη σε πέτρα ή βράχο ως υδρορροή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υδραύλακας < υδρ- + αύλακας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υδραύλακας | υδραύλακες |
| Γενική | υδραύλακα | υδραυλάκων |
| Αιτιατική | υδραύλακα | υδραύλακες |
| Κλητική | υδραύλακα | υδραύλακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →