Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπέρταση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήη μεγαλύτερη από το κανονικό αρτηριακή πίεση Βικιλεξικό
    • Μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί στο παρελθόν έδειξαν ότι τα ψευδοφάρμακα βελτιώνουν την κατάσταση ασθενών που πάσχουν από κατάθλιψη, πόνους ή υπέρταση. (https://www.kathimerini.gr/world/323618/nai-i-ochi-sta-pseydofarmaka εφημερίδα Καθημερινή, 28.05.2008])
  2. ηλεκτρολογίαη μεγαλύτερη από το κανονικό τάση σε ένα ηλεκτρικό δίκτυο Βικιλεξικό
    • παρά τη λήψη όλων των δυνατών μέτρων από τη ΔΕΗ είναι αντικειμενικά και πρακτικά αδύνατο να αποκλεισθεί εντελώς η εμφάνιση διαταραχών της τάσης (μειώσεις της τάσης, υπερτάσεις, διακοπές βραχείας ή μακράς διάρκειας κ.λπ.) (από το δικτυακό τόπο της ΔΕΗ)

Ετυμολογία

υπέρταση < ελληνιστική κοινή ὑπέρτασις ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική hypertension)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπέρτασηυπερτάσεις
Γενικήυπέρτασηςυπερτάσεων
Αιτιατικήυπέρτασηυπερτάσεις
Κλητικήυπέρτασηυπερτάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →