Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπόταση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήαρτηριακή πίεση που είναι μικρότερη από τη φυσιολογική Βικιλεξικό
    • Άπαντες εμφανίζουν μεγάλη απώλεια του αρχικού σωματικού βάρους, αρκετοί πέραν του 10%, παρουσιάζουν συχνές υπογλυκαιμικές κρίσεις, ορθοστατική υπόταση ως και άλλες σοβαρές δυσλειτουργίες των λοιπών συστημάτων (καρδιαγγειακού, πεπτικού, ενδοκρινολογικού κ.λπ.). (Εφημερίδα των Συντακτών, 23/3/2015)

Ετυμολογία

υπόταση < αρχαία ελληνική ὑπότασις ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική hypotension)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπότασηυποτάσεις
Γενικήυπότασηςυποτάσεων
Αιτιατικήυπότασηυποτάσεις
Κλητικήυπότασηυποτάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →