Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπέρφορτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου είναι υπέρ το δέον φορτωμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπέρφορτος < μεσαιωνική ελληνική ὑπέρφορτος < αρχαία ελληνική ὑπέρ + φόρτος < φέρω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπέρφορτοςυπέρφορτηυπέρφορτο
Γενικήυπέρφορτουυπέρφορτηςυπέρφορτου
Αιτιατικήυπέρφορτουπέρφορτηυπέρφορτο
Κλητικήυπέρφορτευπέρφορτηυπέρφορτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπέρφορτοιυπέρφορτεςυπέρφορτα
Γενικήυπέρφορτωνυπέρφορτωνυπέρφορτων
Αιτιατικήυπέρφορτουςυπέρφορτεςυπέρφορτα
Κλητικήυπέρφορτοιυπέρφορτεςυπέρφορτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →