Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπαγορευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την υπαγόρευση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπαγορευτικός < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπαγορευτικόςυπαγορευτικήυπαγορευτικό
Γενικήυπαγορευτικούυπαγορευτικήςυπαγορευτικού
Αιτιατικήυπαγορευτικόυπαγορευτικήυπαγορευτικό
Κλητικήυπαγορευτικέυπαγορευτικήυπαγορευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπαγορευτικοίυπαγορευτικέςυπαγορευτικά
Γενικήυπαγορευτικώνυπαγορευτικώνυπαγορευτικών
Αιτιατικήυπαγορευτικούςυπαγορευτικέςυπαγορευτικά
Κλητικήυπαγορευτικοίυπαγορευτικέςυπαγορευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →