αγορεύω
•
- διατυπώνω άποψη δημοσίως επι μακρόν, εκθέτω αναλυτικά τις θέσεις μου συνήθως σε κοινό, διακηρύσσω, δημηγορώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγορεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγορεύω < ἀγορά
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγορεύω | αγορεύεις | αγορεύει | αγορεύουμε | αγορεύετε | αγορεύουν / αγορεύουνε |
| Παρατατικός | αγόρευα | αγόρευες | αγόρευε | αγορεύαμε | αγορεύατε | αγορεύαν / αγορεύανε / αγόρευαν |
| Αόριστος | αγόρευσα | αγόρευσες | αγόρευσε | αγορεύσαμε | αγορεύσατε | αγορεύσαν / αγορεύσανε / αγόρευσαν |
| Μέλλοντας | θα αγορεύσω / θα αγορεύω | θα αγορεύεις / θα αγορεύσεις | θα αγορεύει / θα αγορεύσει | θα αγορεύουμε / θα αγορεύσουμε | θα αγορεύετε / θα αγορεύσετε | θα αγορεύουν / θα αγορεύουνε / θα αγορεύσουν / θα αγορεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αγορεύσει | έχεις αγορεύσει | έχει αγορεύσει | έχουμε αγορεύσει | έχετε αγορεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγορεύσει | είχες αγορεύσει | είχε αγορεύσει | είχαμε αγορεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγορεύσει / να αγορεύσω / να αγορεύω | να έχεις αγορεύσει / να αγορεύεις / να αγορεύσεις | να έχει αγορεύσει / να αγορεύει / να αγορεύσει | να έχουμε αγορεύσει / να αγορεύουμε / να αγορεύσουμε | να έχετε αγορεύσει / να αγορεύετε / να αγορεύσετε | να αγορεύουν / να αγορεύουνε / να αγορεύσουν / να αγορεύσουνε |
| Προστακτική | — | αγόρευε / αγόρευσε | — | — | αγορεύετε / αγορεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →