υπαγορεύω
•
- εκφωνώ ένα κείμενο με αργό ρυθμό ώστε να μπορέσει κάποιος να το γράψει Βικιλεξικό
- επιβάλλω κάτι ως αναγκαιότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπαγορεύω < αρχαία ελληνική ὑπαγορεύω < ὑπό + ἀγορεύω < ἀγορά < ἀγείρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂ger- (μαζεύω, συγκεντρώνω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπαγορεύω | υπαγορεύεις | υπαγορεύει | υπαγορεύουμε | υπαγορεύετε | υπαγορεύουν / υπαγορεύουνε |
| Παρατατικός | υπαγόρευα | υπαγόρευες | υπαγόρευε | υπαγορεύαμε | υπαγορεύατε | υπαγορεύαν / υπαγορεύανε / υπαγόρευαν |
| Αόριστος | υπαγόρευσα | υπαγόρευσες | υπαγόρευσε | υπαγορεύσαμε | υπαγορεύσατε | υπαγορεύσαν / υπαγορεύσανε / υπαγόρευσαν |
| Μέλλοντας | θα υπαγορεύσω / θα υπαγορεύω | θα υπαγορεύεις / θα υπαγορεύσεις | θα υπαγορεύει / θα υπαγορεύσει | θα υπαγορεύουμε / θα υπαγορεύσουμε | θα υπαγορεύετε / θα υπαγορεύσετε | θα υπαγορεύουν / θα υπαγορεύουνε / θα υπαγορεύσουν / θα υπαγορεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπαγορεύσει | έχεις υπαγορεύσει | έχει υπαγορεύσει | έχουμε υπαγορεύσει | έχετε υπαγορεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπαγορεύσει | είχες υπαγορεύσει | είχε υπαγορεύσει | είχαμε υπαγορεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπαγορεύσει / να υπαγορεύσω / να υπαγορεύω | να έχεις υπαγορεύσει / να υπαγορεύεις / να υπαγορεύσεις | να έχει υπαγορεύσει / να υπαγορεύει / να υπαγορεύσει | να έχουμε υπαγορεύσει / να υπαγορεύουμε / να υπαγορεύσουμε | να έχετε υπαγορεύσει / να υπαγορεύετε / να υπαγορεύσετε | να υπαγορεύουν / να υπαγορεύουνε / να υπαγορεύσουν / να υπαγορεύσουνε |
| Προστακτική | — | υπαγόρευε / υπαγόρευσε | — | — | υπαγορεύετε / υπαγορεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →