Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπαγορεύω

/i.pa.ɣoˈɾe.vo/ρήμα
•
  1. εκφωνώ ένα κείμενο με αργό ρυθμό ώστε να μπορέσει κάποιος να το γράψει Βικιλεξικό
  2. επιβάλλω κάτι ως αναγκαιότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπαγορεύω < αρχαία ελληνική ὑπαγορεύω < ὑπό + ἀγορεύω < ἀγορά < ἀγείρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂ger- (μαζεύω, συγκεντρώνω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυπαγορεύωυπαγορεύειςυπαγορεύειυπαγορεύουμευπαγορεύετευπαγορεύουν / υπαγορεύουνε
Παρατατικόςυπαγόρευαυπαγόρευεςυπαγόρευευπαγορεύαμευπαγορεύατευπαγορεύαν / υπαγορεύανε / υπαγόρευαν
Αόριστοςυπαγόρευσαυπαγόρευσεςυπαγόρευσευπαγορεύσαμευπαγορεύσατευπαγορεύσαν / υπαγορεύσανε / υπαγόρευσαν
Μέλλονταςθα υπαγορεύσω / θα υπαγορεύωθα υπαγορεύεις / θα υπαγορεύσειςθα υπαγορεύει / θα υπαγορεύσειθα υπαγορεύουμε / θα υπαγορεύσουμεθα υπαγορεύετε / θα υπαγορεύσετεθα υπαγορεύουν / θα υπαγορεύουνε / θα υπαγορεύσουν / θα υπαγορεύσουνε
Παρακείμενοςέχω υπαγορεύσειέχεις υπαγορεύσειέχει υπαγορεύσειέχουμε υπαγορεύσειέχετε υπαγορεύσει—
Υπερσυντέλικοςείχα υπαγορεύσειείχες υπαγορεύσειείχε υπαγορεύσειείχαμε υπαγορεύσει——
Υποτακτικήνα έχω υπαγορεύσει / να υπαγορεύσω / να υπαγορεύωνα έχεις υπαγορεύσει / να υπαγορεύεις / να υπαγορεύσειςνα έχει υπαγορεύσει / να υπαγορεύει / να υπαγορεύσεινα έχουμε υπαγορεύσει / να υπαγορεύουμε / να υπαγορεύσουμενα έχετε υπαγορεύσει / να υπαγορεύετε / να υπαγορεύσετενα υπαγορεύουν / να υπαγορεύουνε / να υπαγορεύσουν / να υπαγορεύσουνε
Προστακτική—υπαγόρευε / υπαγόρευσε——υπαγορεύετε / υπαγορεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →