υπαγόρευση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του υπαγορεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπαγόρευση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπαγόρευ(σις) + -ση < αρχαία ελληνική ὑπαγορεύω < ὑπό + ἀγορεύω. Συγχρονικά αναλύεται σε υπ- + αγόρευση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπαγόρευση | υπαγορεύσεις |
| Γενική | υπαγόρευσης | υπαγορεύσεων |
| Αιτιατική | υπαγόρευση | υπαγορεύσεις |
| Κλητική | υπαγόρευση | υπαγορεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →