Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπεξαίρεση

/i.peˈkse.ɾe.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νομικός όροςτο να ιδιοποιείται κανείς παράνομα κάτι που του έχουν αναθέσει να το προσέχει ή να το φυλάγει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπεξαίρεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπεξαίρε(σις) + -ση < ὑπεξαιρέω (αφαιρώ χρήματα κρυφά) < → δείτε τη λέξη αἱρέω. Μορφολογικά αναλύεται σε υπ- + εξαίρεση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπεξαίρεσηυπεξαιρέσεις
Γενικήυπεξαίρεσηςυπεξαιρέσεων
Αιτιατικήυπεξαίρεσηυπεξαιρέσεις
Κλητικήυπεξαίρεσηυπεξαιρέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →