υπεξαίρεση
•
- νομικός όροςτο να ιδιοποιείται κανείς παράνομα κάτι που του έχουν αναθέσει να το προσέχει ή να το φυλάγει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπεξαίρεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑπεξαίρε(σις) + -ση < ὑπεξαιρέω (αφαιρώ χρήματα κρυφά) < → δείτε τη λέξη αἱρέω. Μορφολογικά αναλύεται σε υπ- + εξαίρεση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπεξαίρεση | υπεξαιρέσεις |
| Γενική | υπεξαίρεσης | υπεξαιρέσεων |
| Αιτιατική | υπεξαίρεση | υπεξαιρέσεις |
| Κλητική | υπεξαίρεση | υπεξαιρέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →