Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπεράσπιση

/i.peˈɾa.spi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η προστασία και η υποστήριξη έναντι κάποιου κινδύνου ή απειλής Βικιλεξικό
    • η υπεράσπιση των θεσμών
  2. νομικός όροςη συνηγορία στο δικαστήριο υπέρ ενός κατηγορουμένου Βικιλεξικό
  3. νομικός όροςο/η συνήγορος ή η ομάδα των συνηγόρων που υπερασπίζονται ένα κατηγορούμενο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπεράσπιση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ὑπεράσπι(σις) + -ση < ὑπερασπίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυπεράσπισηυπερασπίσεις
Γενικήυπεράσπισηςυπερασπίσεων
Αιτιατικήυπεράσπισηυπερασπίσεις
Κλητικήυπεράσπισηυπερασπίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →