Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερήμερος

/i.peˈɾi.me.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν εκπληρώνει ή δεν αποδέχεται μια υποχρέωση εγκαίρως ή μέσα στα χρονικά περιθώρια που έχουν συμφωνηθεί Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπου έχει υπερβεί τα χρονικά περιθώρια για την εκπλήρωση ή την αποδοχή μιας υποχρεώσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερήμερος < υπέρ + -ήμερος (< ημέρα)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερήμεροςυπερήμερηυπερήμερο
Γενικήυπερήμερουυπερήμερηςυπερήμερου
Αιτιατικήυπερήμερουπερήμερηυπερήμερο
Κλητικήυπερήμερευπερήμερηυπερήμερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερήμεροιυπερήμερεςυπερήμερα
Γενικήυπερήμερωνυπερήμερωνυπερήμερων
Αιτιατικήυπερήμερουςυπερήμερεςυπερήμερα
Κλητικήυπερήμεροιυπερήμερεςυπερήμερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →