υπερήμερος
•
- που δεν εκπληρώνει ή δεν αποδέχεται μια υποχρέωση εγκαίρως ή μέσα στα χρονικά περιθώρια που έχουν συμφωνηθεί Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου έχει υπερβεί τα χρονικά περιθώρια για την εκπλήρωση ή την αποδοχή μιας υποχρεώσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερήμερος < υπέρ + -ήμερος (< ημέρα)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερήμερος | υπερήμερη | υπερήμερο |
| Γενική | υπερήμερου | υπερήμερης | υπερήμερου |
| Αιτιατική | υπερήμερο | υπερήμερη | υπερήμερο |
| Κλητική | υπερήμερε | υπερήμερη | υπερήμερο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπερήμεροι | υπερήμερες | υπερήμερα |
| Γενική | υπερήμερων | υπερήμερων | υπερήμερων |
| Αιτιατική | υπερήμερους | υπερήμερες | υπερήμερα |
| Κλητική | υπερήμεροι | υπερήμερες | υπερήμερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →