υπερβατό σχήμα
•
- σχήμα λόγουλεκτικό σχήμα κατά το οποίο δυο λέξεις με συνάφεια (συντακτική ή άλλη) δεν βρίσκονται δίπλα δίπλα, αλλά παρεμβάλλονται μεταξύ τους άλλες λέξεις Βικιλεξικό
- Σε μια βραχοσπηλιά πήγαν της Ίδης (εδώ παρεμβάλλεται ο ρηματικός τύπος πήγαν στη φράση Σε μια βραχοσπηλιά της Ίδης)
- Mε πήρε στις πτυχές ο Ερμής του αιθέρα (εδώ παρεμβάλλεται το ουσιαστικό Ο Ερμής στη φράση Με πήρε στις πτυχές του αιθέρα)
Ετυμολογία
υπερβατό σχήμα < ελληνιστική κοινή ὑπερβατόν & σχήμα < αρχαία ελληνική ὑπερβατός → δείτε τις λέξεις υπερβατός και σχήμα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →