υπερεκτιμώ
•
- αποδίδω σε κάποιον ή κάτι μεγαλύτερη αξία από αυτήν που πραγματικά έχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερεκτιμώ < μεσαιωνική ελληνική υπερεκτιμώ < υπερ- + εκτιμώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερεκτιμάω / υπερεκτιμώ | υπερεκτιμάς | υπερεκτιμά / υπερεκτιμάει | υπερεκτιμάμε / υπερεκτιμούμε | υπερεκτιμάτε | υπερεκτιμάν / υπερεκτιμάνε / υπερεκτιμούν / υπερεκτιμούνε |
| Παρατατικός | υπερεκτιμούσα | υπερεκτιμούσες | υπερεκτιμούσε | υπερεκτιμούσαμε | υπερεκτιμούσατε | υπερεκτιμούσαν / υπερεκτιμούσανε |
| Αόριστος | υπερεκτίμησα | υπερεκτίμησες | υπερεκτίμησε | υπερεκτιμήσαμε | υπερεκτιμήσατε | υπερεκτίμησαν / υπερεκτιμήσαν / υπερεκτιμήσανε |
| Μέλλοντας | θα υπερεκτιμάω / θα υπερεκτιμήσω / θα υπερεκτιμώ | θα υπερεκτιμάς / θα υπερεκτιμήσεις | θα υπερεκτιμά / θα υπερεκτιμάει / θα υπερεκτιμήσει | θα υπερεκτιμάμε / θα υπερεκτιμήσουμε / θα υπερεκτιμούμε | θα υπερεκτιμάτε / θα υπερεκτιμήσετε | θα υπερεκτιμάν / θα υπερεκτιμάνε / θα υπερεκτιμήσουν / θα υπερεκτιμήσουνε / θα υπερεκτιμούν / θα υπερεκτιμούνε |
| Παρακείμενος | έχω υπερεκτιμήσει | έχεις υπερεκτιμήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπερεκτιμήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπερεκτιμήσει / να υπερεκτιμάω / να υπερεκτιμήσω / να υπερεκτιμώ | να έχεις υπερεκτιμήσει / να υπερεκτιμάς / να υπερεκτιμήσεις | να υπερεκτιμά / να υπερεκτιμάει / να υπερεκτιμήσει | να υπερεκτιμάμε / να υπερεκτιμήσουμε / να υπερεκτιμούμε | να υπερεκτιμάτε / να υπερεκτιμήσετε | να υπερεκτιμάν / να υπερεκτιμάνε / να υπερεκτιμήσουν / να υπερεκτιμήσουνε / να υπερεκτιμούν / να υπερεκτιμούνε |
| Προστακτική | — | υπερεκτίμα / υπερεκτίμαγε / υπερεκτίμησε | — | — | υπερεκτιμάτε / υπερεκτιμήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →