Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερκείμενος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου υπέρκειται Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένουπερκείμενη Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένουπερκείμενο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερκείμενος < αρχαία ελληνική ὑπερκείμενος < ὑπέρκειμαι < ὑπέρ + κεῖμαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερκείμενοςυπερκείμενηυπερκείμενο
Γενικήυπερκείμενουυπερκείμενηςυπερκείμενου
Αιτιατικήυπερκείμενουπερκείμενηυπερκείμενο
Κλητικήυπερκείμενευπερκείμενηυπερκείμενο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερκείμενοιυπερκείμενεςυπερκείμενα
Γενικήυπερκείμενωνυπερκείμενωνυπερκείμενων
Αιτιατικήυπερκείμενουςυπερκείμενεςυπερκείμενα
Κλητικήυπερκείμενοιυπερκείμενεςυπερκείμενα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →