υποβαθμίζω
•
- κατατάσσω σε κατώτερη κατηγορία Βικιλεξικό
- οι οίκοι αξιολόγησης υποβάθμισαν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας
- η ομάδα υποβαθμίστηκε στη Β' Εθνική
- Τα ειδικά χαρακτηριστικά του ακινήτου επηρεάζονται θετικά καθόσον από τρίφατσο γίνεται τετράφατσο αλλά επηρεάζεται αρνητικά καθόσον η υπερύψωση των επιπέδων των οδών στη νότια και ανατολική πλευρά του υποβαθμίζει κατά κάποιο τρόπο το γήπεδο όχι όμως και τη λειτουργία του. (Απόφαση 148/2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ), Άρειος Πάγος https://www.areiospagos.gr/nomologia/apofaseis_DISPLAY.asp?cd=LOALG2FO7BKYI52POFXASWG1U8ADI7&apof=148_2018&info=%D0%CF%CB%C9%D4%C9%CA%C5%D3%20-%20%20%C4)
- μειώνω τη σημασία ενός γεγονότος, συχνά για να διασκεδάσω τις εντυπώσεις Βικιλεξικό
- πληροφορικήdowngrade: επαναφέρω λογισμικό σε παλαιότερη έκδοση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποβαθμίζω < υπο- + βαθμ(ός) + -ίζω < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική downgrade)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποβαθμίζω | υποβαθμίζεις | υποβαθμίζει | υποβαθμίζουμε | υποβαθμίζετε | υποβαθμίζουν / υποβαθμίζουνε |
| Παρατατικός | υποβάθμιζα | υποβάθμιζες | υποβάθμιζε | υποβαθμίζαμε | υποβαθμίζατε | υποβάθμιζαν / υποβαθμίζαν / υποβαθμίζανε |
| Αόριστος | υποβάθμισα | υποβάθμισες | υποβάθμισε | υποβαθμίσαμε | υποβαθμίσατε | υποβάθμισαν / υποβαθμίσαν / υποβαθμίσανε |
| Μέλλοντας | θα υποβαθμίζω / θα υποβαθμίσω | θα υποβαθμίζεις / θα υποβαθμίσεις | θα υποβαθμίζει / θα υποβαθμίσει | θα υποβαθμίζουμε / θα υποβαθμίσουμε | θα υποβαθμίζετε / θα υποβαθμίσετε | θα υποβαθμίζουν / θα υποβαθμίζουνε / θα υποβαθμίσουν / θα υποβαθμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποβαθμίσει | έχεις υποβαθμίσει | έχει υποβαθμίσει | έχουμε υποβαθμίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποβαθμίσει | είχες υποβαθμίσει | είχε υποβαθμίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποβαθμίσει / να υποβαθμίζω / να υποβαθμίσω | να έχεις υποβαθμίσει / να υποβαθμίζεις / να υποβαθμίσεις | να έχει υποβαθμίσει / να υποβαθμίζει / να υποβαθμίσει | να έχουμε υποβαθμίσει / να υποβαθμίζουμε / να υποβαθμίσουμε | να υποβαθμίζετε / να υποβαθμίσετε | να υποβαθμίζουν / να υποβαθμίζουνε / να υποβαθμίσουν / να υποβαθμίσουνε |
| Προστακτική | — | υποβάθμιζε / υποβάθμισε | — | — | υποβαθμίζετε / υποβαθμίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υποβαθμίστηκαυποβαθμίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →