Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποδουλωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που υποδουλώνει, που συντελεί στη υποδούλωση Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με την υποδούλωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποδουλωτικός < υποδουλώνω + -τικός < μεσαιωνική ελληνική ὑπoδουλῶ < ελληνιστική κοινή ὑπόδουλος < ὑπό + αρχαία ελληνική δουλόω / δουλῶ < δοῦλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποδουλωτικόςυποδουλωτικήυποδουλωτικό
Γενικήυποδουλωτικούυποδουλωτικήςυποδουλωτικού
Αιτιατικήυποδουλωτικόυποδουλωτικήυποδουλωτικό
Κλητικήυποδουλωτικέυποδουλωτικήυποδουλωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποδουλωτικοίυποδουλωτικέςυποδουλωτικά
Γενικήυποδουλωτικώνυποδουλωτικώνυποδουλωτικών
Αιτιατικήυποδουλωτικούςυποδουλωτικέςυποδουλωτικά
Κλητικήυποδουλωτικοίυποδουλωτικέςυποδουλωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →