Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπόδουλος

/iˈpo.ðu.los/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει υποδουλωθεί Βικιλεξικό
    • Το ξανθό γένος ήταν η μεγάλη ελπίδα των υποδουλωμένων Ελλήνων και η αναμονή του πότε επιβραβευόταν και πότε όχι. ... Οι υπόδουλοι συχνά απογοητεύτηκαν και μερικές φορές αισθάνθηκαν ότι προδόθηκαν από την τσαρική ρωσική ηγεσία. Π.χ. στα Ορλωφικά. Άλλες πάλι φορές η Ρωσία παρείχε έμμεσα χείρα βοηθείας ή αποδοκίμαζε, ανάλογα με τα συμφέροντά της, τις ελπίδες των εξεγερμένων. (Το ξανθό γένος, Καθημερινή, 29/11/2015 https://www.kathimerini.gr/opinion/840397/to-xantho-genos/)

Ετυμολογία

υπόδουλος < ελληνιστική κοινή ὑπόδουλος < ὑπό + αρχαία ελληνική δοῦλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπόδουλοςυπόδουληυπόδουλο
Γενικήυπόδουλουυπόδουληςυπόδουλου
Αιτιατικήυπόδουλουπόδουληυπόδουλο
Κλητικήυπόδουλευπόδουληυπόδουλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπόδουλοιυπόδουλεςυπόδουλα
Γενικήυπόδουλωνυπόδουλωνυπόδουλων
Αιτιατικήυπόδουλουςυπόδουλεςυπόδουλα
Κλητικήυπόδουλοιυπόδουλεςυπόδουλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →