υποδουλώνω
•
- κάνω κάποιον δούλο ή του αφαιρώ την ανεξαρτησία και την ελευθερία (νικώντας σε πόλεμο ή με άλλο τρόπο) Βικιλεξικό
- μεταφορικάυποτάσσω κάποιον σε εξαρτησιογόνο παράγοντα, τον κάνω «δούλο» (του χρήματος, της δόξας κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποδουλώνω < μεσαιωνική ελληνική ὑποδουλῶ + -ώνω < ελληνιστική κοινή ὑπόδουλος < ὑπό + αρχαία ελληνική δοῦλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποδουλώνω | υποδουλώνεις | υποδουλώνει | υποδουλώνουμε | υποδουλώνετε | υποδουλώνουν / υποδουλώνουνε |
| Παρατατικός | υποδούλωνα | υποδούλωνες | υποδούλωνε | υποδουλώναμε | υποδουλώνατε | υποδουλώναν / υποδουλώνανε / υποδούλωναν |
| Αόριστος | υποδούλωσα | υποδούλωσες | υποδούλωσε | υποδουλώσαμε | υποδουλώσατε | υποδουλώσαν / υποδουλώσανε / υποδούλωσαν |
| Μέλλοντας | θα υποδουλώνω / θα υποδουλώσω | θα υποδουλώνεις / θα υποδουλώσεις | θα υποδουλώνει / θα υποδουλώσει | θα υποδουλώνουμε / θα υποδουλώσουμε | θα υποδουλώνετε / θα υποδουλώσετε | θα υποδουλώνουν / θα υποδουλώνουνε / θα υποδουλώσουν / θα υποδουλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποδουλώσει | έχεις υποδουλώσει | έχει υποδουλώσει | έχουμε υποδουλώσει | έχετε υποδουλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποδουλώσει | είχες υποδουλώσει | είχε υποδουλώσει | είχαμε υποδουλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποδουλώσει / να υποδουλώνω / να υποδουλώσω | να έχεις υποδουλώσει / να υποδουλώνεις / να υποδουλώσεις | να έχει υποδουλώσει / να υποδουλώνει / να υποδουλώσει | να έχουμε υποδουλώσει / να υποδουλώνουμε / να υποδουλώσουμε | να έχετε υποδουλώσει / να υποδουλώνετε / να υποδουλώσετε | να υποδουλώνουν / να υποδουλώνουνε / να υποδουλώσουν / να υποδουλώσουνε |
| Προστακτική | — | υποδούλωνε / υποδούλωσε | — | — | υποδουλώνετε / υποδουλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →