υποθέτω
•
- εξετάζω κάτι ως ενδεχόμενο ή πιθανά αληθινό χωρίς όμως να υπάρχουν στοιχεία ότι αληθεύει ή ότι σίγουρα θα επαληθευτεί μελλοντικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποθέτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑποτίθημι με μεταπλασμό κατά το τίθημι > θέτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποθέτω | υποθέτεις | υποθέτει | υποθέτουμε | υποθέτετε | υποθέτουν / υποθέτουνε |
| Παρατατικός | υπέθετα | υπέθετες | υπέθετε | υποθέταμε | υποθέτατε | υπέθεταν / υποθέταν / υποθέτανε |
| Αόριστος | υπέθεσα | υπέθεσες | υπέθεσε | υποθέσαμε | υποθέσατε | υπέθεσαν / υποθέσαν / υποθέσανε |
| Μέλλοντας | θα υποθέσω / θα υποθέτω | θα υποθέσεις / θα υποθέτεις | θα υποθέσει / θα υποθέτει | θα υποθέσουμε / θα υποθέτουμε | θα υποθέσετε / θα υποθέτετε | θα υποθέσουν / θα υποθέσουνε / θα υποθέτουν / θα υποθέτουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποθέσει | έχεις υποθέσει | έχει υποθέσει | έχουμε υποθέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποθέσει | είχες υποθέσει | είχε υποθέσει | είχαμε υποθέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποθέσει / να υποθέσω / να υποθέτω | να έχεις υποθέσει / να υποθέσεις / να υποθέτεις | να έχει υποθέσει / να υποθέσει / να υποθέτει | να έχουμε υποθέσει / να υποθέσουμε / να υποθέτουμε | να υποθέσετε / να υποθέτετε | να υποθέσουν / να υποθέσουνε / να υποθέτουν / να υποθέτουνε |
| Προστακτική | — | έχε υποτεθειμένο / υπέθεσε / υπέθετε | — | — | υποθέστε / υποθέτετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →