υποκρίνομαι
•
- θέατροπαίζω ένα ρόλο σε καλλιτεχνική παράσταση Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροσποιούμαι, παίζω θέατρο Βικιλεξικό
- μην υποκρίνεσαι τον ανήξερο, διότι όλοι γνωρίζουμε ότι ήσουν εκεί όταν έγιναν όλ' αυτά
Ετυμολογία
υποκρίνομαι < αρχαία ελληνική ὑποκρίνομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποκρίνομαι | υποκρίνεσαι | υποκρίνεται | υποκρινόμαστε | υποκρίνεστε | υποκρίνονται |
| Παρατατικός | υποκρινόμουν / υποκρινόμουνα | υποκρινόσουν / υποκρινόσουνα | υποκρινόταν / υποκρινότανε | υποκρινόμασταν / υποκρινόμαστε | υποκρινόσασταν / υποκρινόσαστε | υποκρίνονταν / υποκρινόντουσαν |
| Αόριστος | υποκρίθηκα | υποκρίθηκες | υποκρίθηκε | υποκριθήκαμε | υποκριθήκατε | υποκρίθηκαν / υποκριθήκαν / υποκριθήκανε |
| Μέλλοντας | θα υποκρίνομαι / θα υποκριθώ | θα υποκρίνεσαι / θα υποκριθείς | θα υποκρίνεται / θα υποκριθεί | θα υποκριθούμε / θα υποκρινόμαστε | θα υποκρίνεστε / θα υποκριθείτε | θα υποκρίνονται / θα υποκριθούν / θα υποκριθούνε |
| Παρακείμενος | έχω υποκριθεί | έχεις υποκριθεί | έχει υποκριθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποκριθεί | είχες υποκριθεί | είχε υποκριθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποκριθεί / να υποκρίνομαι / να υποκριθώ | να έχεις υποκριθεί / να υποκρίνεσαι / να υποκριθείς | να έχει υποκριθεί / να υποκρίνεται / να υποκριθεί | να υποκριθούμε / να υποκρινόμαστε | να υποκρίνεστε / να υποκριθείτε | να υποκρίνονται / να υποκριθούν / να υποκριθούνε |
| Προστακτική | — | υποκρίνου / υποκρίσου | — | — | υποκρίνεστε / υποκριθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →