Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποκριτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την υποκρισία, αναφέρεται σ’ αυτήν ή υποκρίνεται Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με την υποκριτική, την ηθοποιία, ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποκριτικός < αρχαία ελληνική ὑποκριτικός < ὑποκριτής < ὑποκρίνομαι < ὑπό + κρίνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποκριτικόςυποκριτικήυποκριτικό
Γενικήυποκριτικούυποκριτικήςυποκριτικού
Αιτιατικήυποκριτικόυποκριτικήυποκριτικό
Κλητικήυποκριτικέυποκριτικήυποκριτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυποκριτικοίυποκριτικέςυποκριτικά
Γενικήυποκριτικώνυποκριτικώνυποκριτικών
Αιτιατικήυποκριτικούςυποκριτικέςυποκριτικά
Κλητικήυποκριτικοίυποκριτικέςυποκριτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →