υποσκάπτω
•
- λόγιουπονομεύω, κλονίζω, δυναμιτίζω, ναρκοθετώ Βικιλεξικό
- Ο Χέρμαν εν αγνοία της οικογενείας, είχε στήσει το δικό του παραμάγαζο, βασισμένους στους δικούς του προμηθευτές και πελάτες. ένας κύκλος δικών του έμπιστων ανθρώπων, πλαισίωνε την οικογενειακή επιχείρηση νομιμοφανώς. Απ' την άλλη, ασφαλώς, την υπέσκαπτε. (Άρης Ταστζιάν, Φατίμα: Το ένοχο μυστικό του Βατικανού, , 2015, σελ. 220)
Ετυμολογία
υποσκάπτω < ελληνιστική κοινή ὑποσκάπτω (ίδια σημασία) < αρχαία ελληνική ὑποσκάπτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποσκάπτω | υποσκάπτεις | υποσκάπτει | υποσκάπτουμε | υποσκάπτετε | υποσκάπτουν / υποσκάπτουνε |
| Παρατατικός | υπέσκαπτα | υπέσκαπτες | υπέσκαπτε | υποσκάπταμε | υποσκάπτατε | υπέσκαπταν / υποσκάπταν / υποσκάπτανε |
| Αόριστος | υπέσκαψα | υπέσκαψες | υπέσκαψε | υποσκάψαμε | υποσκάψατε | υπέσκαψαν / υποσκάψαν / υποσκάψανε |
| Μέλλοντας | θα υποσκάπτω / θα υποσκάψω | θα υποσκάπτεις / θα υποσκάψεις | θα υποσκάπτει / θα υποσκάψει | θα υποσκάπτουμε / θα υποσκάψουμε | θα υποσκάπτετε / θα υποσκάψετε | θα υποσκάπτουν / θα υποσκάπτουνε / θα υποσκάψουν / θα υποσκάψουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποσκάψει | έχεις υποσκάψει | έχει υποσκάψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποσκάψει | είχες υποσκάψει | είχε υποσκάψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποσκάψει / να υποσκάπτω / να υποσκάψω | να έχεις υποσκάψει / να υποσκάπτεις / να υποσκάψεις | να έχει υποσκάψει / να υποσκάπτει / να υποσκάψει | να υποσκάπτουμε / να υποσκάψουμε | να υποσκάπτετε / να υποσκάψετε | να υποσκάπτουν / να υποσκάπτουνε / να υποσκάψουν / να υποσκάψουνε |
| Προστακτική | — | έχε υποσκαμμένο / υπόσκαπτε / υπόσκαψε | — | — | υποσκάπτετε / υποσκάψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →