Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποσκαφή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοτο σκάψιμο κάτω από κάποια επιφάνεια καθώς και το σκαμμένο μέρος που δημιουργείται μ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποσκαφή < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυποσκαφήυποσκαφές
Γενικήυποσκαφήςυποσκαφών
Αιτιατικήυποσκαφήυποσκαφές
Κλητικήυποσκαφήυποσκαφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →