υποσκαφή
•
- λόγιοτο σκάψιμο κάτω από κάποια επιφάνεια καθώς και το σκαμμένο μέρος που δημιουργείται μ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποσκαφή < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποσκαφή | υποσκαφές |
| Γενική | υποσκαφής | υποσκαφών |
| Αιτιατική | υποσκαφή | υποσκαφές |
| Κλητική | υποσκαφή | υποσκαφές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →