υποστέλλω
•
- λόγιοκατεβάζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάπεριορίζω, μειώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποστέλλω < αρχαία ελληνική ὑποστέλλω < στέλλω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *skʷel- ή *stel-
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποστέλλω | υποστέλλεις | υποστέλλει | υποστέλλουμε | υποστέλλετε | υποστέλλουν / υποστέλλουνε |
| Παρατατικός | υπέστελλα | υπέστελλες | υπέστελλε | υποστέλλαμε | υποστέλλατε | υπέστελλαν / υποστέλλαν / υποστέλλανε |
| Αόριστος | υπέστειλα | υπέστειλες | υπέστειλε | υποστείλαμε | υποστείλατε | υπέστειλαν / υποστείλαν / υποστείλανε |
| Μέλλοντας | θα υποστέλλω / θα υποστείλω | θα υποστέλλεις / θα υποστείλεις | θα υποστέλλει / θα υποστείλει | θα υποστέλλουμε / θα υποστείλουμε | θα υποστέλλετε / θα υποστείλετε | θα υποστέλλουν / θα υποστέλλουνε / θα υποστείλουν / θα υποστείλουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποστείλει | έχεις υποστείλει | έχει υποστείλει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποστείλει | είχες υποστείλει | είχε υποστείλει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποστείλει / να υποστέλλω / να υποστείλω | να έχεις υποστείλει / να υποστέλλεις / να υποστείλεις | να έχει υποστείλει / να υποστέλλει / να υποστείλει | να υποστέλλουμε / να υποστείλουμε | να υποστέλλετε / να υποστείλετε | να υποστέλλουν / να υποστέλλουνε / να υποστείλουν / να υποστείλουνε |
| Προστακτική | — | έχε υποσταλμένο / υπόστειλε / υπόστελλε | — | — | υποστέλλετε / υποστείλτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →