υποστρέφω
•
- λόγιοστρέφω προς τα πίσω ή επιστρέφω στην προηγούμενη κατεύθυνση, πισωγυρίζω Βικιλεξικό
- ιατρικήυποχωρώ ή μειώνω την ένταση (για νόσο ή σύμπτωμα) Βικιλεξικό
- ιατρικήυποτροπιάζω Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςστρέφω την πρύμνη ιστιοφόρου προς τον άνεμο αλλάζοντας την πορεία του Βικιλεξικό
- παρουσιάζω υποστροφή, δηλαδή τάση να εκτελώ πιο ανοιχτή στροφή από την επιθυμητή λόγω απώλειας πρόσφυσης στους μπροστινούς τροχούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποστρέφω < αρχαία ελληνική ὑποστρέφω < ὑπό + στρέφω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →