υποτάσσω
•
- εξαναγκάζω κάποιον να εξαρτιέται από τις διαταγές μου Βικιλεξικό
- αφαιρώ την ελευθερία ενός λαού ή κράτους Βικιλεξικό
- εξουσιάζω, ελέγχω Βικιλεξικό
- Υπέταξε τα πάθη της και τα όνειρά της και τα έθαψε βαθιά μέσα της. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
- θεωρώ κάτι δευτερεύον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποτάσσω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑποτάσσω (αρχαία σημασία: τοποθετώ κάτω από) < ὑπό + αρχαία ελληνική τάσσω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική subordonner
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποτάσσω | υποτάσσεις | υποτάσσει | υποτάσσουμε | υποτάσσετε | υποτάσσουν / υποτάσσουνε |
| Παρατατικός | υπέτασσα | υπέτασσες | υπέτασσε | υποτάσσαμε | υποτάσσατε | υπέτασσαν / υποτάσσαν / υποτάσσανε |
| Αόριστος | υπέταξα | υπέταξες | υπέταξε | υποτάξαμε | υποτάξατε | υπέταξαν / υποτάξαν / υποτάξανε |
| Μέλλοντας | θα υποτάξω / θα υποτάσσω | θα υποτάξεις / θα υποτάσσεις | θα υποτάξει / θα υποτάσσει | θα υποτάξουμε / θα υποτάσσουμε | θα υποτάξετε / θα υποτάσσετε | θα υποτάξουν / θα υποτάξουνε / θα υποτάσσουν / θα υποτάσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υποτάξει | έχεις υποτάξει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποτάξει | είχες υποτάξει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποτάξει / να υποτάξω / να υποτάσσω | να έχεις υποτάξει / να υποτάξεις / να υποτάσσεις | να υποτάξει / να υποτάσσει | να υποτάξουμε / να υποτάσσουμε | να υποτάξετε / να υποτάσσετε | να υποτάξουν / να υποτάξουνε / να υποτάσσουν / να υποτάσσουνε |
| Προστακτική | — | έχε υποταγμένο / υπόταξε / υπότασσε | — | — | υποτάξτε / υποτάσσετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
υποτάχθηκαυποτάσσομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →