Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθυποτάσσω

/ka.θi.poˈta.so/ρήμα
•
  1. υποδουλώνω ολοκληρωτικά, κατακτώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καθυποτάσσω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καθυποτάσσω. Συγχρονικά αναλύεται σε (κατα-) καθ- + υποτάσσω (υπο- + τάσσω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαθυποτάσσωκαθυποτάσσειςκαθυποτάσσεικαθυποτάσσουμεκαθυποτάσσετεκαθυποτάσσουν / καθυποτάσσουνε
Παρατατικόςκαθυπότασσακαθυπότασσεςκαθυπότασσεκαθυποτάσσαμεκαθυποτάσσατεκαθυποτάσσαν / καθυποτάσσανε / καθυπότασσαν
Αόριστοςκαθυπότασξακαθυπότασξεςκαθυπότασξεκαθυποτάσξαμεκαθυποτάσξατεκαθυποτάσξαν / καθυποτάσξανε / καθυπότασξαν
Μέλλονταςθα καθυποτάσξω / θα καθυποτάσσωθα καθυποτάσξεις / θα καθυποτάσσειςθα καθυποτάσξει / θα καθυποτάσσειθα καθυποτάσξουμε / θα καθυποτάσσουμεθα καθυποτάσξετε / θα καθυποτάσσετεθα καθυποτάσξουν / θα καθυποτάσξουνε / θα καθυποτάσσουν / θα καθυποτάσσουνε
Παρακείμενοςέχω καθυποτάσξειέχεις καθυποτάσξειέχει καθυποτάσξειέχουμε καθυποτάσξειέχετε καθυποτάσξει—
Υπερσυντέλικοςείχα καθυποτάσξειείχες καθυποτάσξειείχε καθυποτάσξειείχαμε καθυποτάσξει——
Υποτακτικήνα έχω καθυποτάσξει / να καθυποτάσξω / να καθυποτάσσωνα έχεις καθυποτάσξει / να καθυποτάσξεις / να καθυποτάσσειςνα έχει καθυποτάσξει / να καθυποτάσξει / να καθυποτάσσεινα έχουμε καθυποτάσξει / να καθυποτάσξουμε / να καθυποτάσσουμενα έχετε καθυποτάσξει / να καθυποτάσξετε / να καθυποτάσσετενα καθυποτάσξουν / να καθυποτάσξουνε / να καθυποτάσσουν / να καθυποτάσσουνε
Προστακτική—καθυπότασξε / καθυπότασσε——καθυποτάσξτε / καθυποτάσσετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →