υποτροπικός
•
- που υποτροπιάζει, που έχει σχέση με την υποτροπή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- που βρίσκεται κοντά στους τροπικούς (του Αιγόκερω και του Καρκίνου), όχι όμως από την πλευρά του ισημερινού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποτροπικός (1) < αρχαία ελληνική ὑποτροπικός < ὑπότροπος < ὑπό + τρόπος : υποτροπικός (2,3) < υπο- + τροπικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική subtropical)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υποτροπικός | υποτροπική | υποτροπικό |
| Γενική | υποτροπικού | υποτροπικής | υποτροπικού |
| Αιτιατική | υποτροπικό | υποτροπική | υποτροπικό |
| Κλητική | υποτροπικέ | υποτροπική | υποτροπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υποτροπικοί | υποτροπικές | υποτροπικά |
| Γενική | υποτροπικών | υποτροπικών | υποτροπικών |
| Αιτιατική | υποτροπικούς | υποτροπικές | υποτροπικά |
| Κλητική | υποτροπικοί | υποτροπικές | υποτροπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →