προαιρετικός
•
- αυτός που γίνεται με ελεύθερη βούληση και επιλογή κι όχι από υποχρέωση ή εξαναγκασμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προαιρετικός < προαίρεση
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προαιρετικός | προαιρετική | προαιρετικό |
| Γενική | προαιρετικού | προαιρετικής | προαιρετικού |
| Αιτιατική | προαιρετικό | προαιρετική | προαιρετικό |
| Κλητική | προαιρετικέ | προαιρετική | προαιρετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προαιρετικοί | προαιρετικές | προαιρετικά |
| Γενική | προαιρετικών | προαιρετικών | προαιρετικών |
| Αιτιατική | προαιρετικούς | προαιρετικές | προαιρετικά |
| Κλητική | προαιρετικοί | προαιρετικές | προαιρετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →