Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποψηφιότητα

/i.po.psi.fiˈo.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος υποψήφιος για κάποια θέση, αξίωμα κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποψηφιότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑποψηφιότης (< ὑποψηφι(ος) + -ότης), μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική candidature. Μορφολογικά αναλύεται σε υποψήφιος + -ότητα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυποψηφιότηταυποψηφιότητες
Γενικήυποψηφιότηταςυποψηφιοτήτων
Αιτιατικήυποψηφιότηταυποψηφιότητες
Κλητικήυποψηφιότηταυποψηφιότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →