υποψηφιότητα
•
- το να είναι κάποιος υποψήφιος για κάποια θέση, αξίωμα κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποψηφιότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑποψηφιότης (< ὑποψηφι(ος) + -ότης), μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική candidature. Μορφολογικά αναλύεται σε υποψήφιος + -ότητα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υποψηφιότητα | υποψηφιότητες |
| Γενική | υποψηφιότητας | υποψηφιοτήτων |
| Αιτιατική | υποψηφιότητα | υποψηφιότητες |
| Κλητική | υποψηφιότητα | υποψηφιότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →