υφαντοποικιλτικός
•
- λόγιοπου είναι υφασμένος και πάνω του έχει ποικίλματα Βικιλεξικό
- Τα τμήματα του υφάσματος προέρχονται πιθανόν από την ταινιωτή διακόσμηση -ίσως επίρραπτη- του ενδύματος της νεκρής, που ήταν υφασμένο με την υφαντοποικιλτική μέθοδο. (*)
- ουσιαστικοποιημένοη υφαντοποικιλτική: η σχετική τέχνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υφαντοποικιλτικός < υφαντός + -ο- + ποικίλλω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υφαντοποικιλτικός | υφαντοποικιλτική | υφαντοποικιλτικό |
| Γενική | υφαντοποικιλτικού | υφαντοποικιλτικής | υφαντοποικιλτικού |
| Αιτιατική | υφαντοποικιλτικό | υφαντοποικιλτική | υφαντοποικιλτικό |
| Κλητική | υφαντοποικιλτικέ | υφαντοποικιλτική | υφαντοποικιλτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υφαντοποικιλτικοί | υφαντοποικιλτικές | υφαντοποικιλτικά |
| Γενική | υφαντοποικιλτικών | υφαντοποικιλτικών | υφαντοποικιλτικών |
| Αιτιατική | υφαντοποικιλτικούς | υφαντοποικιλτικές | υφαντοποικιλτικά |
| Κλητική | υφαντοποικιλτικοί | υφαντοποικιλτικές | υφαντοποικιλτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →