Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υφαντοποικιλτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου είναι υφασμένος και πάνω του έχει ποικίλματα Βικιλεξικό
    • Τα τμήματα του υφάσματος προέρχονται πιθανόν από την ταινιωτή διακόσμηση -ίσως επίρραπτη- του ενδύματος της νεκρής, που ήταν υφασμένο με την υφαντοποικιλτική μέθοδο. (*)
  2. ουσιαστικοποιημένοη υφαντοποικιλτική: η σχετική τέχνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υφαντοποικιλτικός < υφαντός + -ο- + ποικίλλω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυφαντοποικιλτικόςυφαντοποικιλτικήυφαντοποικιλτικό
Γενικήυφαντοποικιλτικούυφαντοποικιλτικήςυφαντοποικιλτικού
Αιτιατικήυφαντοποικιλτικόυφαντοποικιλτικήυφαντοποικιλτικό
Κλητικήυφαντοποικιλτικέυφαντοποικιλτικήυφαντοποικιλτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυφαντοποικιλτικοίυφαντοποικιλτικέςυφαντοποικιλτικά
Γενικήυφαντοποικιλτικώνυφαντοποικιλτικώνυφαντοποικιλτικών
Αιτιατικήυφαντοποικιλτικούςυφαντοποικιλτικέςυφαντοποικιλτικά
Κλητικήυφαντοποικιλτικοίυφαντοποικιλτικέςυφαντοποικιλτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →