φαγωμάρα
•
- η συνεχής ή συχνή αντιπαλότητα και αντιπαράθεση μεταξύ ατόμων που συνδέονται με φιλική, επαγγελματική ή συγγενική σχέση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαγωμάρα < φαγωμός + παραγωγικό επίθημα -άρα < ρηματικό θέμα φαγ (ἔφαγον)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φαγωμάρα | φαγωμάρες |
| Γενική | φαγωμάρας | — |
| Αιτιατική | φαγωμάρα | φαγωμάρες |
| Κλητική | φαγωμάρα | φαγωμάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →