Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαινομενικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φαίνεται ότι είναι κάτι, χωρίς να είναι πραγματικά Βικιλεξικό
    • μια φαινομενική βελτίωση των οικονομικών συνθηκών

Ετυμολογία

φαινομενικός < φαίνομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαινομενικόςφαινομενικήφαινομενικό
Γενικήφαινομενικούφαινομενικήςφαινομενικού
Αιτιατικήφαινομενικόφαινομενικήφαινομενικό
Κλητικήφαινομενικέφαινομενικήφαινομενικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαινομενικοίφαινομενικέςφαινομενικά
Γενικήφαινομενικώνφαινομενικώνφαινομενικών
Αιτιατικήφαινομενικούςφαινομενικέςφαινομενικά
Κλητικήφαινομενικοίφαινομενικέςφαινομενικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →