Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαλλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίαπου έχει σχέση με τον φαλλό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
    • φαλλικό σύμβολο

Ετυμολογία

φαλλικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φαλλικός < φαλλ(ός) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαλλικόςφαλλικήφαλλικό
Γενικήφαλλικούφαλλικήςφαλλικού
Αιτιατικήφαλλικόφαλλικήφαλλικό
Κλητικήφαλλικέφαλλικήφαλλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφαλλικοίφαλλικέςφαλλικά
Γενικήφαλλικώνφαλλικώνφαλλικών
Αιτιατικήφαλλικούςφαλλικέςφαλλικά
Κλητικήφαλλικοίφαλλικέςφαλλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →