Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πεϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίαπου έχει σχέση με το πέος ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πεϊκός < πέος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεϊκόςπεϊκήπεϊκό
Γενικήπεϊκούπεϊκήςπεϊκού
Αιτιατικήπεϊκόπεϊκήπεϊκό
Κλητικήπεϊκέπεϊκήπεϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεϊκοίπεϊκέςπεϊκά
Γενικήπεϊκώνπεϊκώνπεϊκών
Αιτιατικήπεϊκούςπεϊκέςπεϊκά
Κλητικήπεϊκοίπεϊκέςπεϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →