πεϊκός
•
- ανατομίαπου έχει σχέση με το πέος ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πεϊκός < πέος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεϊκός | πεϊκή | πεϊκό |
| Γενική | πεϊκού | πεϊκής | πεϊκού |
| Αιτιατική | πεϊκό | πεϊκή | πεϊκό |
| Κλητική | πεϊκέ | πεϊκή | πεϊκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πεϊκοί | πεϊκές | πεϊκά |
| Γενική | πεϊκών | πεϊκών | πεϊκών |
| Αιτιατική | πεϊκούς | πεϊκές | πεϊκά |
| Κλητική | πεϊκοί | πεϊκές | πεϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →