φαναρτζής
•
- επάγγελμαο τεχνικός που επιδιόρθωνε αρχικά τις βλάβες στα φανάρια των αυτοκινήτων και γρήγορα όμως απέκτησε ως αντικείμενο όλες τις παραμορφώσεις στο αμάξωμα, εκτός από μηχανικά και ηλεκτρικά μέρη Βικιλεξικό
- που κατασκευάζει φανάρια ή επιδιορθώνει αντικείμενα από λευκοσίδηρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαναρτζής < φανάρ(ι) + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φαναρτζής | φαναρτζήδες |
| Γενική | φαναρτζή | φαναρτζήδων |
| Αιτιατική | φαναρτζή | φαναρτζήδες |
| Κλητική | φαναρτζή | φαναρτζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →