Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαναρτζής

/fa.naɾˈd͡zis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο τεχνικός που επιδιόρθωνε αρχικά τις βλάβες στα φανάρια των αυτοκινήτων και γρήγορα όμως απέκτησε ως αντικείμενο όλες τις παραμορφώσεις στο αμάξωμα, εκτός από μηχανικά και ηλεκτρικά μέρη Βικιλεξικό
  2. που κατασκευάζει φανάρια ή επιδιορθώνει αντικείμενα από λευκοσίδηρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φαναρτζής < φανάρ(ι) + -τζής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφαναρτζήςφαναρτζήδες
Γενικήφαναρτζήφαναρτζήδων
Αιτιατικήφαναρτζήφαναρτζήδες
Κλητικήφαναρτζήφαναρτζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →