φαναρτζίδικο
•
- το συνεργείο του φαναρτζή. Συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων που ειδικεύεται κυρίως στην επισκευή του εξωτερικού μέρους (λαμαρίνες) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φαναρτζίδικο < φαναρτζ(ής) + -ίδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φαναρτζίδικο | φαναρτζίδικα |
| Γενική | φαναρτζίδικου | φαναρτζίδικων |
| Αιτιατική | φαναρτζίδικο | φαναρτζίδικα |
| Κλητική | φαναρτζίδικο | φαναρτζίδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →