Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φανελοποιείο

/fa.ne.lo.piˈi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η βιοτεχνία ή το εργοστάσιο που κατασκευάζει φανέλες, το φανελάδικο, Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φανελοποιείο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα φανελλοποι(εῖον) + -είο και ορθογραφική απλοποίηση. Μορφολογικά αναλύεται σε φανέλ(α) + -ο- + -ποιείο.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφανελοποιείοφανελοποιεία
Γενικήφανελοποιείουφανελοποιείων
Αιτιατικήφανελοποιείοφανελοποιεία
Κλητικήφανελοποιείοφανελοποιεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →