Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φαντασίωση

/fan.daˈsi.o.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αυτό που φαντάζεται κάποιος, που το φαντασιώνεται, που πλάθει ζωντανά με τη φαντασία του μέσα στο μυαλό του Βικιλεξικό
    • «Τα θαύματα του Χριστού εκφράζουν τις φαντασιώσεις των ανθρώπων γι' αυτόν...» (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε)
    • Το σκοτάδι μας τύλιγε όλο και πιο απειλητικό. Ο αναπτήρας του Άρη μας έκανε λαχτάρες. Αρνιόταν να ξανανάψει. Ο τρόμος φούντωσε μέσα μας και κατατρόπωσε τις πολεμοχαρείς φαντασιώσεις μας. (Φρίξος Κολώτας, Ο εντιμότατος κύριος Θεοφύλακτος Γυπάρης, εκδ. Περίπλους, 2002, σελ. 113)
  2. οι φανταστικές αναπαραστάσεις μιας επιθυμητής πραγματικότητας που σε παθολογικές καταστάσεις συγχέεται με την αντικειμενική πραγματικότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φαντασίωση < (καθαρεύουσα) και μεσαιωνική ελληνική φαντασίωσις < ελληνιστική κοινή φαντασιόω-φαντασιῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφαντασίωσηφαντασιώσεις
Γενικήφαντασίωσηςφαντασιώσεων
Αιτιατικήφαντασίωσηφαντασιώσεις
Κλητικήφαντασίωσηφαντασιώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →