φάσμα
•
- το φάντασμα, κάτι που στοιχειώνει και ταράζει χωρίς να είναι πραγματικό, κάτι που φοβίζει, κάτι πραγματικά απειλητικό που όμως δεν έχει υλική υπόσταση Βικιλεξικό
- Το 1950 ο κόσμος αισθανόταν ακόμα απειλητικό το φάσμα του πολέμου
- Ζούσαν υπό το φάσμα της πείνας
- Ἐγώ ἐν τούτοις γνωρίζω: ὅταν σύ θά ἀπέλθεις, θά μέ βασανίζη τό ζήτημα τῆς ὑπάρξεώς σου. Εἶσαι φάσμα, φρεναπάτη. Ἕπεται λοιπόν, ὅτι ἐγώ εἶμαι ψυχοπαθής, ἀνισόρροπος; (Παναθήναια, δεκαπενθήμερον εικονογραφημένον περιοδικόν, Αθήναι, Οκτώβριος 1900-Μάρτης 101, τόμος Α΄, Εν Αθήναις Τυπογραφείον «Εστία», Κ. Μάισνερ και Ν. Καρδαγούρη)
- φυσικήτο φαινόμενο που προκύπτει από την ανάλυση μιας φωτεινής δέσμης στα επιμέρους χρώματα, δηλαδή στα συστατικά μήκη κύματος αυτής Βικιλεξικό
- μεταφορικάόλη η γκάμα, ένα σύνολο στο οποίο εντάσσονται παρόμοια υποσύνολα με πολλές ομοιότητες αλλά και κάποιες διαφοροποιήσεις που πιάνουν από ένα νοητό άκρο έως το αντίθετό του, μια κλίμακα από την αρχή ως το τέλος της διαβάθμισής της Βικιλεξικό
- Κάλεσαν βουλευτές από όλο το φάσμα της πολιτικής ζωής
- Θα χρειαστείτε ένα αντιβιοτικό ευρέος φάσματος
- μεταφορικάαπειλή, κίνδυνος Βικιλεξικό
- ακουστικήΑκουστικό φάσμα : οι συχνότητες που γίνονται αντιληπτές από το ανθρώπινο αυτί Βικιλεξικό
- φυσικήΗλεκτρομαγνητικό φάσμα : όλο το εύρος συχνοτήτων των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (δηλαδή των ραδιοκυμάτων, των μικροκυμάτων, της υπέρυθρης ακτινοβολίας, της ορατής ακτινοβολίας, της υπεριώδους, των ακτίνων Χ και των ακτίνων γ) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φάσμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φάσμα < φαίνω : (όρος φυσικής) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική spectre
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φάσμα | φάσματα |
| Γενική | φάσματος | φασμάτων |
| Αιτιατική | φάσμα | φάσματα |
| Κλητική | φάσμα | φάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →