Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φασματοφωτομετρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη φασματοφωτομετρία ή το φασματοφωτόμετρο ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φασματοφωτομετρικός < φασματοφωτομετρία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφασματοφωτομετρικόςφασματοφωτομετρικήφασματοφωτομετρικό
Γενικήφασματοφωτομετρικούφασματοφωτομετρικήςφασματοφωτομετρικού
Αιτιατικήφασματοφωτομετρικόφασματοφωτομετρικήφασματοφωτομετρικό
Κλητικήφασματοφωτομετρικέφασματοφωτομετρικήφασματοφωτομετρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφασματοφωτομετρικοίφασματοφωτομετρικέςφασματοφωτομετρικά
Γενικήφασματοφωτομετρικώνφασματοφωτομετρικώνφασματοφωτομετρικών
Αιτιατικήφασματοφωτομετρικούςφασματοφωτομετρικέςφασματοφωτομετρικά
Κλητικήφασματοφωτομετρικοίφασματοφωτομετρικέςφασματοφωτομετρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →