αναξιόχρεος
•
- ο ανάξιος αποπληρωτής χρεών Βικιλεξικό
- ο αναξιόπιστος σε συναλλαγές Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηο ανάξιος ν΄ αναλάβει οικονομικές υποχρεώσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναξιόχρεος < α- (στερητικό) + αξιόχρεος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναξιόχρεος | αναξιόχρεη | αναξιόχρεο |
| Γενική | αναξιόχρεου | αναξιόχρεης | αναξιόχρεου |
| Αιτιατική | αναξιόχρεο | αναξιόχρεη | αναξιόχρεο |
| Κλητική | αναξιόχρεε | αναξιόχρεη | αναξιόχρεο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναξιόχρεοι | αναξιόχρεες | αναξιόχρεα |
| Γενική | αναξιόχρεων | αναξιόχρεων | αναξιόχρεων |
| Αιτιατική | αναξιόχρεους | αναξιόχρεες | αναξιόχρεα |
| Κλητική | αναξιόχρεοι | αναξιόχρεες | αναξιόχρεα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →