Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναξιόχρεος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο ανάξιος αποπληρωτής χρεών Βικιλεξικό
  2. ο αναξιόπιστος σε συναλλαγές Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηο ανάξιος ν΄ αναλάβει οικονομικές υποχρεώσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναξιόχρεος < α- (στερητικό) + αξιόχρεος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναξιόχρεοςαναξιόχρεηαναξιόχρεο
Γενικήαναξιόχρεουαναξιόχρεηςαναξιόχρεου
Αιτιατικήαναξιόχρεοαναξιόχρεηαναξιόχρεο
Κλητικήαναξιόχρεεαναξιόχρεηαναξιόχρεο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναξιόχρεοιαναξιόχρεεςαναξιόχρεα
Γενικήαναξιόχρεωναναξιόχρεωναναξιόχρεων
Αιτιατικήαναξιόχρεουςαναξιόχρεεςαναξιόχρεα
Κλητικήαναξιόχρεοιαναξιόχρεεςαναξιόχρεα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →